31/10/08

π.Σταύρος Τρικαλιώτης, Απάντηση στο Γιανναρά

Από τον "Ορθόδοξο Τύπο"(31/10/2008) αναδημοσιεύουμε άρθρο του π. Σταύρου Τρικαλιώτη που αποτελεί απάντηση στις θέσεις του Χρήστου Γιανναρά για τα θρησκευτικά.

Να καταργηθή το μάθημα των Θρησκευτικών;
Οφειλομένη απάντησις εις τον κ. Χρήστον Γιαννα­ρά
από τον Πρεσβύτερον π. Σταύρον Τρικαλιώτην, Εφημέριον Ιερού Ναού Αγίας Παρασκευής Αττικής

Όταν το φετινό καλοκαίρι πληροφορήθηκα την υπουργική εγκύκλιο με την οποία —όπως όλοι οι εχέφρονες διαπιστώ­νουν— επιδιώκεται η σταδιακή κατάργηση των θρησκευ­τικών από τα σχολεία της Μέσης Εκπαιδεύσεως, έμεινα πραγμα­τικά ενεός. Φάνηκε καθαρά πως το σχέδιο —που εδώ και καιρό εξυφαίνεται από «γνωστούς αγνώστους»— εναντίον της ελλη­νορθόδοξης παράδοσης και ζωής καλά κρατεί.
Η έκπληξη μου όμως κορυφώθηκε όταν διάβασα στην εφημε­ρίδα «Καθημερινή της Κυριακής» (7-9-2008) επιφυλλίδα του γνω­στού κ. Χρήστου Γιανναρά (από εδώ κι έπειτα: κ. Χ. Γ.) με τον προ­κλητικό τίτλο «Να καταργηθεί το μάθημα των θρησκευτικών».
Όταν διαβάζεις κείμενα του κ. Χ. Γ. πρέπει όλα να τα περιμένεις. Υπάρχουν όμως και ορισμένα όρια του εκκλησιαστικού πληρώμα­τος, που ο κ. Χ. Γ. πρέπει να σέβεται. Η επιφυλλίδα του είναι απόρ­ροια των απόψεων του που διατυπώνει στο βιβλίο του με τίτλο «Ενάντια στη θρησκεία» και για το οποίο εμείς δημοσιεύσαμε εκτενή κριτική (Έφημ. «Ορθόδοξος Τύπος», 6-4-07 κ.ε.). Όπως τα περισσότερα κείμενα του κ. Χ. Γ. έτσι κι αυτό χαρακτηρίζεται από μιά αληθοφάνεια. Η αληθοφάνεια όμως αυτή είναι ο δούρειος ίππος, για να περάσουν οι καινοφανείς απόψεις του συγγραφέα.
Ο κ. Χ. Γ. αρχίζει το άρθρο του με τον ειρωνικό χαρακτηρισμό «οι αξιωματούχοι του κλήρου», στρεφόμενος προφανώς εναντί­ον των ποιμένων της Εκκλησίας, τους οποίους και νουθετεί: «Αν διασώζουν εκκλησιαστική συνείδηση, θα είναι αυτονόητο να ζη­τήσουν από την πολιτεία την κατάργηση του μαθήματος των θρη­σκευτικών απ' τα σχολεία» (!!!) Ενώ ο ίδιος με εμμονή ομιλεί για τη διαφοροποίηση της Εκκλησίας από τη Θρησκεία —μια κατά τη γνώμη μας παρατραβηγμένη θεώρηση που μπορεί να οδηγήσει σε περισσότερες διαστρεβλώσεις— και ομιλεί περί Εκκλησίας «ως άθλημα σχέσεων κοινωνίας της ζωής», δίνει την εντύπωση ότι ομι­λεί και εκτοξεύει τα βέλη του ως εκτός Εκκλησίας, ωσάν να μη ανήκει κι αυτός στο μυστικό σώμα του Χρίστου. Ενώ από τη μια παραδέχεται ότι ο ποιμένας είναι αυτός που «γεννάει» τα μέλη του σώματος στον «καινό της Εκκλησίας τρόπο της ύπαρξης» — πόσο όμορφη πράγματι διαπίστωση— από την άλλη φαίνεται να υιοθετεί απόψεις των κατά καιρούς πολιτικών και να ομιλεί περί επισκόπων της ελλαδικής κοινωνίας, «που φιλοδοξούν να παίζουν ρόλο όχι εκκλησιαστικού ποιμένα αλλά θρησκευτικού ηγέτη, ρό­λο Αγιατολάχ με απαιτήσεις θεοκρατικού ελέγχου της πολιτικής εξουσίας». «Αυτοί-προσθέτει- μάχονται και για τη διατήρηση της υποχρεωτικής κατήχησης των μαθητών στα σχολεία». Οι παραπά­νω απόψεις αγγίζουν τα όρια του σχιζοφρενικού. Αν δεχθούμε τις παραπάνω θέσεις του κ. Χ. Γ, τότε όλοι όσοι αντέδρασαν στη μεθοδευμένη σταδιακά κατάργηση των θρησκευτικών (Ιερά Σύνοδος, Θεολόγοι, Θεολογική Σχολή Αθηνών, Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, ποιμένες και απλοί πιστοί) επιθυμούν να επικρα­τήσει στην Ελλάδα μια θεοκρατία μουσουλμανικού τύπου.
Αν δεχθούμε τους νοητικούς ακροβατισμούς του κ. Χ. Γ, τότε είναι χωρίς νόημα και ουσία τα όσα με πραγματική παρρησία δια­κηρύσσει προς τον υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων ο Κοσμή­τορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Ιωάννης Β. Κογκούλης: «Αυτή η απόφαση (του υπουργού) φυσι­κά είναι το δένδρο* το δάσος που κρύβεται από πίσω είναι άλλο! Στο χώρο του σχολείου στόχος τους είναι όχι μόνο να σπείρουν στις ψυ­χές των μαθητών την αμφιβολία, άλλα να τους απομακρύνουν από την ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία και να τους καταστήσουν εύκολα και απληροφόρητα θύματα σε κάθε προπαγάνδα» (περιοδικό «Παρακαταθήκη, τεύχος 61, σελ. 13, Ιούλιος - Αύγουστος 2008).
Το πιο εξωφρενικό είναι ότι ο κ. Χ. Γ. ενώ υποστηρίζει την κα­τάργηση του μαθήματος των θρησκευτικών, ο ίδιος είχε υποβάλει πριν μερικά χρόνια υποψηφιότητα για τη θέση Καθηγητή της Συστηματικής Θεολογίας στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά απορρίφθηκε. Φαντάζεστε να είχαμε Καθηγητή Θε­ολογικής Σχολής που να ζητεί την αυτοκατάργηση του, αλλά και την κατάργηση των θεολόγων καθηγητών;
Ο κ. Χ. Γ. στο Ίδιο άρθρο προτείνει την αντικατάσταση του μαθή­ματος των θρησκευτικών όχι από μάθημα θρησκειολογικού περιε­χομένου —όπως ατυχώς προτείνουν, ακόμα και θεολόγοι— αλλά από μάθημα «ικανό να πληροφορήσει τον μαθητή και να τον εξοι­κειώσει με τα κίνητρα των αναζητήσεων που συγκρότησαν την πα­ράδοση πολιτισμού των Ελλήνων». Μια πρόταση νεφελώδης και αό­ριστη, άλλα κατά τον ίδιο και ανεφάρμοστη, γιατί «ποιοι θα διδάξουν ένα τόσο απαιτητικό καινούργιο μάθημα στα παιδιά», αφού κατά τον ίδιο πάντα: «είναι ανατριχιαστικά (στην κυριολε­ξία) χαμηλό το επίπεδο των πτυχιούχων που παρά­γονται στις εκπαιδευτικές σχολές των ελλαδικών πανεπιστημίων». Δηλαδή, κατά τον κ. Χ. Γ. θα πρέ­πει να αφήσουμε απροστάτευτα και αθωράκιστα τα παιδιά μας από πνευματικά εφόδια, εύκολη λεία παντός επιτηδείου, ο όποιος καραδοκεί να αλώσει τον ευαίσθητο χώρο της εφηβικής ψυχής. Ο κ. Χ. Γ. φαίνεται να συμπλέει με τις απόψεις του πρώην υπουργού παιδείας της Γαλλίας κ. Λίκ Φέρι που δή­λωσε ότι λόγω του άθρησκου γαλλικού κράτους το μάθημα των θρησκευτικών δεν μπορεί να είναι ομολογιακό, αλλά ότι ήταν λάθος η αποκοπή των παιδιών από την θρησκευτική τους ιστορία. Και πρόσθεσε: «είτε είναι κανείς θρήσκος είτε άθρη­σκος δεν αλλάζει τίποτε, δεν μπορεί να αντιληφθεί την πνευματική, καλλιτεχνική και πολιτική ζωή και παράδοση, αν δεν μάθει ότι αυτή είναι αποτέλε­σμα μιας χριστιανικής κυριαρχίας δέκα πέντε αιώ­νων» ( Βλ. άρθρο Γεωργίου Ν. Παπαθανασόπουλου στο ένθετο « Ορθοδοξία και Ελληνισμός», της εφημ. «Ελεύθερος Τύπος, 24-11-2002). Δηλα­δή να διδάσκονται θρησκευτικά πληροφοριακού και εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα, άνευρα και άοσμα και αποπνευματοποιημένα.
Ο κ. Χ. Γ. με τα γραφόμενά του προκαλεί και τους χιλιάδες αδιόριστους θεολόγους, οι οποίοι τώρα ξεκινούν τη ζωή τους. Λίγο κοινωνική ευαισθησία δεν θα έβλαπτε. Οι θεολόγοι επιτελούν σημαντι­κότατο έργο στην ελληνική κοινωνία, όταν είναι πραγματικοί θεολόγοι και δεν διδάσκουν αθεΐα τα παιδιά μας, όπως δυστυχώς συμβαίνει σε μερικές περιπτώσεις. Η Εκκλησία θα πρέπει να είναι στο πλευρό των αδιόριστων θεολόγων, να τους χρησι­μοποιεί στο έργο της —με ορισμένα ασφαλώς κρι­τήρια— και να τους αγκαλιάζει με μητρική στοργή, καθώς και τους αποφοίτους των Ανωτάτων Εκκλη­σιαστικών Ακαδημιών, οι οποίοι έχουν πολύ πιο πε­ριορισμένες επαγγελματικές προοπτικές.
Στο επίμαχο άρθρο του ο κ. Χ. Γ. τονίζει ότι η Κατήχηση είναι αποκλειστικό προνόμιο της Εκκλησίας, το οποίο με την ίδρυση του νεοελ­ληνικού κράτους παραχωρήθηκε στους Θεολό­γους και με αυτό τον τρόπο η κατήχηση «αποσπάται από τον φυσικό βιωματικό της χώρο». Και πάλι ο κ. Χ. Γ. μένει στο επιμέρους και χάνει την ουσία. Και η ουσία είναι τα ελληνόπουλα να μάθουν «την εις Χριστόν πίστιν» και να αποκτήσει ένα νόημα η ζωή τους. Το κατηχητικό έργο της Εκκλησίας δεν ακυρώνεται με αυτόν τον τρόπο, αλλά υποβοηθείται και μπορεί καλύτερα να εντα­χθεί στη λατρευτική και μυστηριακή της ζωή. Όλα τα άλλα είναι εκ του πονηρού και δίνουν τροφή στους κατά καιρούς εκκλησιομάχους.
Μια πρώτη αρνητική συνέπεια που προέρχεται από τη ανάληψη της κατήχησης από τους θεολό­γους κατά τον συγγραφέα είναι: « ο ευτελισμός, συχνά και η διακωμώδηση του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία». Νομίζω ότι ο κ. Χ. Γ. γενικεύει ανεπίτρεπτα μεμονωμένες όντως αρνη­τικές περιπτώσεις, που δεν χαρακτηρίζουν συλλή­βδην τον κλάδο των Θεολόγων Καθηγητών. Ας μη ξεχνούμε την περιρρέουσα αρνητική σε κάθε θρη­σκευτική εκδήλωση ατμόσφαιρα, που καλλιερ­γείται φανερά και υπογείως από άθεους και από όσους ελέγχονται συνειδησιακά γιατί οι ευαγγελι­κές επιταγές δεν συμβιβάζονται με την ηθική τους διαγωγή. Αυτός είναι ένας πρόσθετος λόγος να σταθούμε στο πλευρό των θεολόγων Καθηγητών, που σηκώνουν τον δικό τους σταυρό και δεν κά­νουν ένα μάθημα ανώδυνο, αλλά ένα μάθημα που έχει προσωπικό κόστος. Δίνουν και αυτοί καθημε­ρινά την δική τους ομολογία πίστεως και ζωής.
Μια δεύτερη αρνητική συνέπεια της εκχωρή­σεως από την Εκκλησία του δικαιώματος της κα­τήχησης στους θεολόγους είναι κατά τον κ. Χ. Γ. το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία είναι ακατήχητη. Αυτό ως γενική διαπίστωση ισχύει και δεν φταίνε γι’ αυτό μόνον οι Θεολόγοι. Θα έπρεπε, ίσως, το μάθημα των θρησκευτικών να αναβαθ­μισθεί και να γίνεται με τη βοήθεια των απαράμιλλου κάλλους πατερικών κειμένων, που απο­τελούν πραγματική πνευματική βόμβα στις σαπι­σμένες ιδέες που λανσάρει η άθεη δυτικοθρεμμένη δικτατορία της διανόησης.
Όταν κάποτε ρωτήθηκε ο π. Παϊσιος για τις αρνη­τικές συνέπειες που έχουν οι απεργίες των εκπαι­δευτικών για τα παιδιά μας, ο γέροντας απάντησε: «Εγώ λέω στους δασκάλους ποτέ να μη κάνουν απεργία, εκτός αν πάνε να καταργήσουν λ.χ. τα θρησκευτικά, την προσευχή ή να κατεβάσουν τον σταυρό από την σημαία κ,λ.π. Τότε πρέπει να δια­μαρτυρηθούν. Αλλιώς τί φταίνε τα παιδιά να χάνουν μαθήματα;» (Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι τ. Α', σελ. 297, εκδ. Ι.Ησ. «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1999). Μήπως τα λόγια του γέροντος Παϊσίου θα πρέπει να μας προβληματίσουν; Μήπως η διαμαρτυρία μας πρέπει να είναι πιο έντονη και πιο δραστική;
Απάντηση στον κ. Γιανναρά είχε δώσει με άρθρο του και ο Ομότιμος καθηγητής Θεολογίας κ. Ιωάννης Κορναράκης: http://thriskeftika.blogspot.com/2008/10/blog-post_5515.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Μπορείτε να δείτε τις προηγούμενες δημοσιεύσεις του ιστολογίου μας πατώντας το Παλαιότερες αναρτήσεις (δείτε δεξιά)